Κυνήγι και Ελεγχόμενες Πυρκαγιές

Εδώ και αρκετά χρόνια διαπιστώνουμε όλοι οι κυνηγοί ένα φαινόμενο το οποίο αν μη τι άλλο μας προκαλεί απορίες. Μόνιμα κλειστές περιοχές κυνηγίου να είναι άδειες από θήραμα. Οι απαγορευμένες περιοχές δημιουργούνται με το σκεπτικό να προστατεύεται ένας μητρικός πληθυσμός θηράματος ο οποίος να μπορεί να εμπλουτίζει τις γύρω περιοχές με θήραμα. Παρόλα αυτά βλέπουμε ότι αυτό για κάποιους λόγους δεν επιτυγχάνεται. Η διαπίστωση αυτή γεννά ένα εύλογο ερώτημα: αρκεί από μόνη της η απαγόρευση του κυνηγίου για να διατηρηθεί και να ενισχυθεί το θήραμα;

Η απάντηση, όπως δείχνει τόσο η εμπειρία της υπαίθρου όσο και η επιστημονική προσέγγιση στη διαχείριση βιοτόπων, είναι πως όχι. Η προστασία χωρίς ενεργή διαχείριση δεν αρκεί πάντα. Όταν μια περιοχή μένει για χρόνια χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση, η βλάστηση αλλάζει, πυκνώνει, «κλείνει» και σε αρκετές περιπτώσεις χάνει εκείνα τα χαρακτηριστικά που είναι απαραίτητα για είδη όπως η πέρδικα και ο λαγός. Η τροφή μειώνεται, η ποώδης βλάστηση περιορίζεται, τα ανοίγματα εξαφανίζονται και ο βιότοπος παύει να λειτουργεί με τον τρόπο που χρειάζεται το θήραμα για να τραφεί, να αναπαραχθεί και να επιβιώσει.

Γι’ αυτό και η συζήτηση για τη σωστή διαχείριση των κυνηγότοπων πρέπει να ανοίξει χωρίς προκαταλήψεις. Σε αυτή τη συζήτηση, είναι πεποίθησή μου ότι υπάρχει χώρος και για εφαρμογή της τεχνικής των ελεγχόμενων πυρκαγιών ή καλύτερα της ελεγχόμενης καύσης ακραία πυκνών βλαστήσεων. Πριν προχωρήσω θεωρώ σημαντικό να αναφέρω ότι υπάρχει σχετική βιβλιογραφία για το θέμα η οποία υποστηρίζει την ελεγχόμενη καύση πυκνής βλάστησης τόσο για μείωση της καύσιμης ύλης σε περιπτώσεις πυρκαγιών όσο και για διαχείριση οικοτόπων.

 

Ένας βασικός λόγος για τον οποίο πολλές μόνιμα απαγορευμένες περιοχές δεν αποδίδουν πλέον όπως θα περίμενε κανείς, είναι ότι η παρουσία θηράματος δεν εξαρτάται μόνο από την απαγόρευση του κυνηγίου, αλλά κυρίως από την ποιότητα και τη λειτουργικότητα του ίδιου του βιοτόπου και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα. Τα τελευταία χρόνια η κυπριακή ύπαιθρος έχει αλλάξει σημαντικά. Η εγκατάλειψη καλλιεργειών, η μείωση της παραδοσιακής χρήσης της γης και η υποχώρηση δραστηριοτήτων όπως η βόσκηση έχουν μεταβάλει σταδιακά τη μορφή πολλών περιοχών. Η ίδια η Υπηρεσία Θήρας συνδέει την εγκατάλειψη τέτοιων πρακτικών με τη μετατροπή ανοιχτών εκτάσεων και βοσκοτόπων σε περιοχές με πυκνή βλάστηση ή πιο κλειστές μορφές βλάστησης, οι οποίες μπορεί να καταστήσουν τον βιότοπο λιγότερο κατάλληλο για είδη όπως η πέρδικα και ο λαγός.

Όταν ένας βιότοπος μένει για χρόνια χωρίς ενεργή διαχείριση, η βλάστηση δεν παραμένει σταθερή. Πυκνώνει, ομογενοποιείται, περιορίζει τα φυσικά ανοίγματα και μειώνει το μωσαϊκό που χρειάζεται το θήραμα για να τραφεί, να κινηθεί και να αναπαραχθεί. Η ποώδης βλάστηση περιορίζεται, η διαθεσιμότητα τροφής επηρεάζεται, ενώ τα νεαρά άτομα και ιδιαίτερα οι νεοσσοί δυσκολεύονται περισσότερο να βρουν τις συνθήκες που χρειάζονται για να αναπτυχθούν. Διεθνής βιβλιογραφία για τα λεγόμενα early successional habitats εξηγεί ακριβώς αυτό: χωρίς περιοδική διαχείριση ή διαταραχή, πολλά ενδιαιτήματα «κλείνουν» και γίνονται λιγότερο κατάλληλα για μικρά θηράματα και είδη που εξαρτώνται από πιο ανοιχτή ή ημι-ανοιχτή βλάστηση.

Με απλά λόγια, μια περιοχή μπορεί να είναι προστατευμένη στα χαρτιά, αλλά να μην είναι πλέον λειτουργική ως βιότοπος. Η απαγόρευση του κυνηγίου προστατεύει έναν πληθυσμό μόνο όταν ο χώρος εξακολουθεί να προσφέρει τροφή, κάλυψη, θέσεις αναπαραγωγής και συνολικά τις σωστές οικολογικές συνθήκες. Όταν αυτά χαθούν, τότε η περιοχή παύει να επιτελεί τον ρόλο για τον οποίο θεσπίστηκε. Γι’ αυτό και η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στο αν μια περιοχή είναι ανοικτή ή κλειστή στο κυνήγι. Πρέπει να αφορά και το αν ο βιότοπος διατηρείται ζωντανός, ισορροπημένος και κατάλληλος για το ίδιο το θήραμα.

 

Η εισήγησή μου είναι συγκεκριμένη: να εφαρμοστεί, σε πιλοτική βάση αρχικά, πρόγραμμα ελεγχόμενης καύσης υπερβολικά πυκνής βλάστησης σε επιλεγμένες μόνιμα απαγορευμένες περιοχές και σε άλλους κυνηγότοπους όπου έχει διαπιστωθεί υποβάθμιση του βιοτόπου. Η πρόταση αυτή βασίζεται στην εκτίμηση ότι σε αρκετές περιπτώσεις το πρόβλημα δεν είναι η απουσία προστασίας, αλλά η απουσία διαχείρισης. Όταν ένας βιότοπος έχει κλείσει υπερβολικά, η ελεγχόμενη καύση μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο επαναφοράς του σε πιο ισορροπημένη κατάσταση.

Τι αναμένω να επιτευχθεί μέσα από αυτή την προσέγγιση;

  1. Να περιοριστεί η υπερβολικά πυκνή και αδρανής βλάστηση που σήμερα καθιστά πολλές περιοχές λιγότερο κατάλληλες για το θήραμα.
  2. Να ανανεωθεί η ποώδης βλάστηση και να δημιουργηθούν καλύτερες συνθήκες τροφής και κίνησης για είδη όπως η πέρδικα και ο λαγός.
  3. Να αποκατασταθεί σταδιακά ένα πιο σωστό μωσαϊκό στο πεδίο, με ανοίγματα, χαμηλή βλάστηση και ταυτόχρονα αναγκαία κάλυψη.
  4. Να μειωθεί η συσσωρευμένη καύσιμη ύλη, ώστε οι ίδιες περιοχές να είναι λιγότερο ευάλωτες σε μεγάλες και καταστροφικές πυρκαγιές.

Αν αυτά επιτευχθούν, τότε τα οφέλη θα είναι πολλαπλά. Θα έχουμε πιο λειτουργικούς βιότοπους, καλύτερες προϋποθέσεις για διατήρηση και ενίσχυση του θηράματος, ασφαλέστερη διαχείριση της υπαίθρου και πιο ορθολογική αξιοποίηση των κυνηγότοπων αλλά και των απαγορευμένων περιοχών. Με απλά λόγια, οι περιοχές αυτές θα μπορούν ξανά να επιτελούν τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκαν: να στηρίζουν και να τροφοδοτούν τον ευρύτερο πληθυσμό του θηράματος.

Η εφαρμογή αυτής της πρότασης, όμως, πρέπει να γίνει με αυστηρό πλαίσιο. Δεν μιλούμε για γενικευμένη χρήση φωτιάς, αλλά για μικρές, προκαθορισμένες και απολύτως ελεγχόμενες παρεμβάσεις. Οι παρεμβάσεις αυτές πρέπει να γίνονται μόνο σε περιοχές που έχουν προηγουμένως αξιολογηθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες, μόνο με σχετική άδεια, μόνο υπό την ευθύνη ειδικών και μόνο σε περίοδο χαμηλού κινδύνου, κατά προτίμηση τους χειμερινούς μήνες και πάντα κάτω από την επίβλεψη και καθοδήγηση της πυροσβεστικής υπηρεσίας. Πρέπει επίσης να συνοδεύονται από σαφές σχέδιο εφαρμογής, αντιπυρικές ζώνες, παρουσία εκπαιδευμένου προσωπικού και παρακολούθηση των αποτελεσμάτων.

Η ουσία της πρότασής μου είναι απλή: εκεί όπου η μη διαχείριση έχει υποβαθμίσει τον βιότοπο, πρέπει να δώσουμε ξανά ζωή στο τοπίο με ελεγχόμενο, επιστημονικό και ασφαλή τρόπο. Μόνο έτσι η προστασία θα αποκτήσει πραγματικό περιεχόμενο.

 

Η συζήτηση για το μέλλον του κυνηγίου και του θηράματος στην Κύπρο δεν μπορεί να μένει εγκλωβισμένη σε παλιές λογικές. Αν πραγματικά θέλουμε να προστατεύσουμε και να ενισχύσουμε το θήραμα, τότε οφείλουμε να δούμε την αλήθεια κατάματα: η απαγόρευση από μόνη της δεν αρκεί, όταν ο ίδιος ο βιότοπος υποβαθμίζεται. Χρειάζεται ενεργή, επιστημονική και υπεύθυνη διαχείριση. Οι ελεγχόμενες καύσεις, όπου και όταν κρίνονται κατάλληλες, μπορούν να αποτελέσουν ένα χρήσιμο εργαλείο προς αυτή την κατεύθυνση.

Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι σοβαρός σχεδιασμός, πιλοτική εφαρμογή, συνεχής αξιολόγηση και συνεργασία ανάμεσα στις αρμόδιες υπηρεσίες, τους ειδικούς και τους ανθρώπους της υπαίθρου. Μόνο έτσι μπορούμε να περάσουμε από τη θεωρία στην πράξη και από την απλή απαγόρευση στην πραγματική προστασία. Αν θέλουμε οι κυνηγότοποι και οι απαγορευμένες περιοχές να ξαναγίνουν ζωντανοί και λειτουργικοί, τότε πρέπει να τολμήσουμε να εφαρμόσουμε λύσεις που βασίζονται στη γνώση, στην εμπειρία και στη σωστή διαχείριση του τόπου μας.

 

  1. Υπηρεσία Θήρας και Πανίδας Κύπρου (2014), Διαχειριστικό Σχέδιο για τον πληθυσμό των Περδικιών (Alectoris chukar cypriotes) στην Κύπρο
  2. Department of Forests, Cyprus, Forest Fire Management
  3. Fernandes, P. M. et al. (2013), Prescribed burning in southern Europe: Developing fire management in a dynamic landscape, Frontiers in Ecology and the Environment, 11(s1), e4–e14. DOI: 1890/120298
  4. USDA NRCS, Managing Natural Vegetation: Early Successional Habitat Management