Επιχειρηματικότητα στην ύπαιθρο της Λεμεσού

Η ύπαιθρος της Λεμεσού έχει μεγάλες δυνατότητες. Διαθέτει γη, παράδοση, ανθρώπους με γνώση, τοπικά προϊόντα με ποιότητα και ταυτότητα, αλλά και χωριά με ξεχωριστό χαρακτήρα. Από το Πισσούρι και τις Κυβίδες μέχρι την Πάχνα, το Άρσος, τον Άγιο Αμβρόσιο, την Κυπερούντα, τον Αγρό και συνολικά τα κρασοχώρια της επαρχίας μας, υπάρχουν περιοχές που μπορούν να αποτελέσουν πραγματικές εστίες ανάπτυξης. Κι όμως, εδώ και χρόνια, η επιχειρηματικότητα στην ύπαιθρο παραμένει πίσω.

Αυτό δεν συμβαίνει επειδή λείπουν οι δυνατότητες. Συμβαίνει επειδή λείπει η ουσιαστική στήριξη. Πολλοί άνθρωποι στην ύπαιθρο θέλουν να δημιουργήσουν, να επενδύσουν, να επεκτείνουν μια οικογενειακή δουλειά ή να ξεκινήσουν κάτι νέο. Όμως βρίσκουν μπροστά τους εμπόδια που αποθαρρύνουν κάθε προσπάθεια. Η γραφειοκρατία, η δυσκολία στην αδειοδότηση, η περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, οι ελλείψεις σε βασικές υπηρεσίες, το κόστος μετακίνησης και η συγκέντρωση των περισσότερων ευκαιριών στο αστικό κέντρο της Λεμεσού δημιουργούν ένα περιβάλλον άνισο.

Το αποτέλεσμα το βλέπουμε καθημερινά. Μικρές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να επιβιώσουν. Νέοι άνθρωποι φεύγουν από τα χωριά γιατί δεν βλέπουν προοπτική. Ο πληθυσμός σε πολλές κοινότητες γηράσκει. Τοπικές παραγωγικές δυνατότητες μένουν αναξιοποίητες. Και μαζί με αυτά, χάνεται σταδιακά και ένα κομμάτι της ταυτότητας της υπαίθρου μας.

Πιστεύω ότι η επιχειρηματικότητα στην ύπαιθρο της Λεμεσού δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα δευτερεύον θέμα. Είναι ζήτημα ανάπτυξης, κοινωνικής συνοχής και ισορροπίας σε ολόκληρη την επαρχία. Και αν θέλουμε πραγματικά να στηρίξουμε τα χωριά μας, πρέπει να ξεκινήσουμε από εκεί που η ύπαιθρος έχει το μεγαλύτερο συγκριτικό της πλεονέκτημα: τα παραδοσιακά της προϊόντα.

Τα προϊόντα της κυπριακής γης και της τοπικής παραγωγής δεν είναι απλώς μέρος της παράδοσής μας. Μπορούν να γίνουν η βάση για ένα ολόκληρο μοντέλο τοπικής ανάπτυξης. Στα κρασοχώρια της Λεμεσού, στην Πάχνα, στο Άρσος, στον Άγιο Αμβρόσιο και σε άλλες κοινότητες, τα προϊόντα του σταφυλιού, όπως ο παλουζές, ο σουτζιούκος, η ζιβανία και το κρασί, δεν είναι μόνο τοπικές γεύσεις. Είναι παραγωγή, μεταποίηση, επισκεψιμότητα, εμπειρία και οικονομική δραστηριότητα. Γύρω από αυτά μπορούν να χτιστούν μικρές μονάδες μεταποίησης, επισκέψιμα εργαστήρια, τοπικά φεστιβάλ, οργανωμένες διαδρομές γευσιγνωσίας και αγροτουριστικές εμπειρίες που ενισχύουν την τοπική οικονομία.

Το ίδιο ισχύει και για τα τυροκομικά προϊόντα, το χαλλούμι, τα παραδοσιακά αλλαντικά, το μέλι, τα γλυκά του κουταλιού, τα αρτοποιήματα και άλλα προϊόντα που συνδέονται άμεσα με πολλές κοινότητες της ορεινής και ημιορεινής Λεμεσού. Σε περιοχές όπως η Κυπερούντα και ο Αγρός, αλλά και σε άλλες κοινότητες με ισχυρή παραγωγική παράδοση, υπάρχουν πραγματικές δυνατότητες για ανάπτυξη οικοτεχνιών, μικρών εργαστηρίων, οικογενειακών επιχειρήσεων και συνεργειών ανάμεσα στην παραγωγή, την εστίαση και τη φιλοξενία. Το παραδοσιακό προϊόν δεν είναι μόνο ένα αγαθό προς πώληση. Είναι αφορμή για να στηθεί γύρω του ολόκληρη τοπική οικονομική δραστηριότητα.

Γι’ αυτό θεωρώ ότι η ανάπτυξη της υπαίθρου δεν μπορεί να βασιστεί μόνο σε γενικές εξαγγελίες. Χρειάζεται στρατηγική που να ξεκινά από την τοπική ταυτότητα κάθε περιοχής. Το Πισσούρι, για παράδειγμα, με τη δική του θέση και φυσιογνωμία, μπορεί να συνδέσει την τοπική επιχειρηματικότητα με την επισκεψιμότητα και τον τουρισμό. Οι Κυβίδες, η Πάχνα, το Άρσος και ο Άγιος Αμβρόσιος έχουν ισχυρή σύνδεση με την αμπελουργία, την παράδοση και τα προϊόντα του σταφυλιού. Η Κυπερούντα και ο Αγρός έχουν δυνατότητες που μπορούν να στηρίξουν παραγωγή, οικοτεχνία, φιλοξενία και ποιοτικές μικρές επιχειρήσεις. Κάθε χωριό δεν χρειάζεται να γίνει το ίδιο με το άλλο. Χρειάζεται να αναδείξει αυτό που ήδη έχει.

Η στήριξη της επιχειρηματικότητας στην ύπαιθρο μπορεί να δώσει και κάτι ακόμη πολύ σημαντικό: λόγο στους νέους να μείνουν στον τόπο τους. Αυτό είναι κρίσιμο. Γιατί όταν σε ένα χωριό δεν υπάρχουν επαγγελματικές δυνατότητες, οι νέοι φεύγουν σχεδόν αναγκαστικά. Αν όμως δημιουργηθούν πραγματικές ευκαιρίες κοντά στον τόπο κατοικίας τους, μέσα από την παραγωγή, τη μεταποίηση, τον αγροτουρισμό, τις υπηρεσίες και τις μικρές τοπικές επιχειρήσεις, τότε η εικόνα αλλάζει.

Η ύπαιθρος της Λεμεσού μπορεί να κρατήσει νέους ανθρώπους και νέες οικογένειες. Μπορεί ακόμη και να φέρει πίσω ανθρώπους που έφυγαν, αν τους δοθεί η δυνατότητα να επιστρέψουν σε ένα χωριό που προσφέρει εργασία, ποιότητα ζωής και προοπτική. Αυτό δεν είναι απλώς οικονομικό ζήτημα. Είναι ζήτημα ζωής για τις κοινότητές μας. Ένα χωριό με δουλειές, παραγωγή, σχολείο, υπηρεσίες και κοινωνική κίνηση είναι ένα χωριό που ζει. Ένα χωριό χωρίς αυτά, σταδιακά αδειάζει.

Μέσα σε αυτή την προσπάθεια θεωρώ πολύ σημαντικό να δοθεί χώρος και στη γυναικεία επιχειρηματικότητα. Σε πολλές κοινότητες της υπαίθρου, γυναίκες μπορούν να έχουν ουσιαστικό ρόλο στην παραγωγή παραδοσιακών προϊόντων, στην οικοτεχνία, στη φιλοξενία, στην εστίαση, στη διοργάνωση τοπικών δράσεων και στην ανάπτυξη μικρών οικογενειακών επιχειρήσεων. Αν το κράτος δώσει πραγματικά εργαλεία, στήριξη και ευκαιρίες, η γυναικεία επιχειρηματικότητα μπορεί να αποτελέσει βασικό πυλώνα ανάπτυξης στην ύπαιθρο.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι τι πρέπει να γίνει στην πράξη. Πρώτα απ’ όλα, χρειάζεται στοχευμένη πολιτική στήριξης της επιχειρηματικότητας στην ύπαιθρο της Λεμεσού, με βάση τις πραγματικές ανάγκες των τοπικών κοινοτήτων και όχι με οριζόντιες πολιτικές που αγνοούν τις ιδιαιτερότητές τους. Χρειάζονται φορολογικά κίνητρα και μειωμένα τέλη για επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε αγροτικές και ημιαστικές περιοχές. Χρειάζεται απλοποίηση και επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων, ώστε οι μικρές και οικογενειακές επιχειρήσεις να μην εξαντλούνται σε μια ατελείωτη γραφειοκρατική διαδικασία πριν καν ξεκινήσουν.

Παράλληλα, πρέπει να ενισχυθεί ουσιαστικά η τοπική παραγωγή και μεταποίηση. Η στήριξη δεν πρέπει να μένει στη θεωρία. Πρέπει να φτάνει στον παραγωγό, στον μικρό επιχειρηματία, στην οικογένεια που θέλει να επενδύσει σε ένα αγρόκτημα, σε ένα εργαστήριο, σε μια μικρή τουριστική μονάδα ή σε μια επιχείρηση που συνδέεται με το τοπικό προϊόν. Και μαζί με αυτά, χρειάζονται και τα σωστά εργαλεία προβολής, δικτύωσης και σύνδεσης των τοπικών προϊόντων με την αγορά.

Όμως η επιχειρηματικότητα δεν μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς βασικές υποδομές. Αν δεν υπάρχουν καλοί δρόμοι, ασφαλής και γρήγορη πρόσβαση, σωστές ψηφιακές υπηρεσίες, επαρκείς δομές υγείας και λειτουργικά σχολεία, τότε καμία σοβαρή πολιτική για την ύπαιθρο δεν μπορεί να πετύχει. Η ανάπτυξη μιας επιχείρησης δεν εξαρτάται μόνο από την ιδέα του επιχειρηματία. Εξαρτάται και από το αν η περιοχή στην οποία δραστηριοποιείται είναι βιώσιμη για να ζει, να εργάζεται και να μεγαλώνει οικογένεια.

Γι’ αυτό πιστεύω ότι η ανάπτυξη της υπαίθρου της Λεμεσού πρέπει να αντιμετωπιστεί συνολικά. Με παραγωγική λογική, με καλύτερες υποδομές, με λιγότερα εμπόδια, με περισσότερα κίνητρα και με ουσιαστική σύνδεση της τοπικής ταυτότητας με την οικονομική δραστηριότητα. Δεν αρκεί να λέμε ότι αγαπούμε τα χωριά μας. Πρέπει να δημιουργούμε τις προϋποθέσεις για να παραμείνουν ζωντανά, παραγωγικά και ελκυστικά.

Η ύπαιθρος της Λεμεσού έχει όλα όσα χρειάζονται για να πετύχει: ανθρώπους, προϊόντα, παράδοση, φυσική ομορφιά και τοπική γνώση. Δεν μιλάμε για ιδέες μακρινές ή ανεφάρμοστες. Μιλάμε για προτάσεις ρεαλιστικές και πραγματοποιήσιμες. Αυτό που χρειάζεται είναι ξεκάθαρη βούληση, σωστή προτεραιότητα και ουσιαστική στήριξη από το κράτος. Αν αυτά υπάρξουν, τότε η επιχειρηματικότητα στην ύπαιθρο της Λεμεσού μπορεί πραγματικά να δώσει νέα ζωή στα χωριά μας.